Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Η πτώση του τείχους - 2

Γραφείο της εβδομαδιαίας εφημερίδας της Αλληλεγγύης
Bruno Barbey 1981
Οι Ανατολικογερμανοί μπορούσαν τουλάχιστον να ελπίζουν στη βοήθεια των Δυτικογερμανών. Τα άλλα έθνη του Σοβιετικού μπλοκ, τα οποία είχαν υποφέρει όλα από την ίδια λαίλαπα, έπρεπε να τα καταφέρουν μόνα τους.
" Ο μέγας μεταρρυθμιστής της Πολωνίας Λέσεκ Μπαλτσέροβιτς ακολουθούσε το παράδειγμα ενός άλλου μεγάλου οικονομικού μεταρρυθμιστή, του Λούντβιχ Έρχαρτ. Οικονομικός εγκέφαλος της Δυτικής Γερμανίας υπό την συμμαχική κατοχή το 1948, ο Έρχαρτ αναζωογόνησε την κατεστραμμένη οικονομία ανακοινώνοντας έξαφνα το τέλος του ελέγχου των τιμών και της παραγωγής. Ο Έρχαρτ είχε υπερβεί σαφώς τις αρμοδιότητές του, αλλά επέλεξε να κάνει την ανακοίνωσή του το Σαββατοκύριακο, οπότε μέχρι ν’ αντιδράσουν οι δυνάμεις κατοχής οι τιμές είχαν αλλάξει δραματικά. Προς μεγάλη έκπληξη όλων των επικριτών, τα μαγαζιά της Γερμανίας, τα οποία έπασχαν από χρόνια έλλειψη τροφίμων κι εμπορευμάτων, γέμισαν εν ριπή οφθαλμού από αγαθά, κι η περίφημη μαύρη αγορά εξαφανίστηκε. Στην αρχή οι τιμές ήταν υπερβολικές, αλλά σύντομα έπεσαν, καθώς η προσφορά ξεπέρασε κατά πολύ τη ζήτηση.
Ο εκπαιδευμένος στη Δύση καθηγητής από τη μικρή πόλη Λίπνο της Κεντρικής Πολωνίας Μπαλτσέροβιτς ακολούθησε το παράδειγμα του Έρχαρτ προτείνοντας αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε “ επανάσταση της αγοράς ” κι όλοι οι άλλοι “ θεραπεία με ηλεκτροσόκ ”. Όταν η Αλληλεγγύη κέρδισε τις πολωνικές εκλογές τον Αύγουστο του 1989, η οικονομία βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Υπήρχαν ελλείψεις τροφίμων στα μαγαζιά, ο αχαλίνωτος πληθωρισμός κατέτρωγε την αξία των χρημάτων του κόσμου κι η κυβέρνηση είχε χρεοκοπήσει κι αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της. Με προτροπή του Μπαλτσέροβιτς, η νέα κυβέρνηση της χώρας καθόρισε την 1η Ιανουαρίου 1990 ως ημέρα της μεγάλης έκρηξης, που όλοι οι έλεγχοι των τιμών θα έπαυαν.
Τον συνάντησα για πρώτη φορά σε μια διεθνή σύσκεψη τραπεζιτών στη Βασιλεία της Ελβετίας, μερικές εβδομάδες πριν από το γεγονός, και με εξέπληξε λέγοντας ότι δεν ήξερε εάν η στρατηγική αυτή θα είχε αποτελέσματα. “ Δεν μπορείς να κάνεις μεταρρυθμίσεις με μικρά βήματα ” είπε παρ’ όλ’ αυτά. Ήταν πεπεισμένος ότι σε μια κοινωνία όπου η κυβέρνηση υπαγόρευε κάθε πτυχή κάθε αγοραπωλησίας επί σαράντα χρόνια, δεν μπορούσε να υπάρξει αυτό που θα λέγαμε ομαλή μετάβαση από την κεντρική οικονομία στις ανταγωνιστικές αγορές. Έπρεπε να πάρει κανείς δραστικά μέτρα για να εξωθήσει τους ανθρώπους να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις και, όπως είπε ο ίδιος, να πειστούν ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη.
Η μεγάλη έκρηξη, όπως ήταν αναμενόμενο, έφερε τρομερή αναστάτωση. Όπως ακριβώς είχε συμβεί στη Γερμανία του Έρχαρτ, οι τιμές αρχικά εκτινάχθηκαν προς τα πάνω – το ζλότι έχασε σχεδόν τη μισή αγοραστική του αξία μέσα σε δύο εβδομάδες. Όμως αμέσως εμφανίστηκαν καινούργια αγαθά στα καταστήματα και βαθμιαία οι τιμές εξομαλύνθηκαν. Ο Μπαλτσέροβιτς είχε βάλει ανθρώπους να ελέγχουν συνεχώς τα καταστήματα κι είπε αργότερα : “ Η πιο σημαντική μέρα ήταν όταν μου είπαν ότι η τιμή των αυγών πέφτει ”. Δεν μπορούσε να υπάρχει πιο εύγλωττο σημάδι ότι η μετάβαση στην ελεύθερη αγορά είχε αρχίσει να λειτουργεί.
.
Συμφωνία περιορισμού των εξοπλισμών
Τον Δεκέμβριο του 1987 ο Ρέιγκαν κι ο Γκορμπατσόφ υπέγραψαν στον Λευκό Οίκο τη συμφωνία για τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς ( INF ), θέτοντας τέλος στους δεκαετείς φόβους από τακτικά πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη.
Η επιτυχία της Πολωνίας ενθάρρυνε την Τσεχοσλοβακία να δοκιμάσει μια ακόμη ευρύτερη μεταρρυθμιστική πολιτική. Ο Βάτσλαβ Κλάους, ο υπουργός οικονομικών, ήθελε να παραδώσει τις κρατικές επιχειρήσεις στον ιδιωτικό τομέα. Αντί να προσπαθήσει να τις πουλήσει με πλειστηριασμό σε ομάδες επενδυτών – κανείς στην Τσεχοσλοβακία δεν είχε τα απαιτούμενα έτοιμα μετρητά - πρότεινε να διανείμει την ιδιοκτησία σε ολόκληρο τον πληθυσμό με μορφή διατακτικών, το οποίο θα μπορούσε να εμπορευτεί, να πουλήσει ή ν’ ανταλλάξει για μετοχές σε κάποια κρατική επιχείρηση. Με αυτόν τον τρόπο, ο Κλάους ήθελε όχι μόνο να επιφέρει “ τη ριζική μεταμόρφωση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ”, αλλά και να θέσει τις βάσεις ενός πραγματικού χρηματιστηρίου.
Ο Κλάους μας μίλησε γι’ αυτό και για πολλά φιλόδοξα σχέδια κατά τη διάρκεια ενός γεύματος σε μία σύσκεψη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας στο Τζάκσον Χόουλ του Γουάϊόμινγκ, τον Αύγουστο του 1990. Ο σωματώδης αυτός άντρας με το φουντωτό μουστάκι μιλούσε παθιασμένα για την επείγουσα ανάγκη μεταρρυθμίσεων. “ Εάν χάσουμε χρόνο, θα χάσουμε τα πάντα ” είπε. “ Πρέπει να δράσουμε ταχύτατα, γιατί η βαθμιαία μεταρρύθμιση απλώς παρέχει αιτιολογίες στα κατεστημένα συμφέροντα, σε μονοπώλια όλων των ειδών, σ’ όλους τους ευνοούμενους του πατερναλιστικού σοσιαλισμού, οι οποίοι δεν θέλουν ν’ αλλάξει τίποτε απολύτως ”. Αυτό ακουγόταν τόσο φλογερό κι απόλυτο, ώστε όταν ήλθε η ώρα των ερωτήσεων, έθεσα το θέμα των μεταρρυθμίσεων και της επιρροής τους στις δουλειές των ανθρώπων. “ Σκέφτεστε να εγκαταστήσετε και κάποιο είδος δικτύου ασφαλείας για τους ανέργους ; ” ρώτησα. Ο Κλάους σχεδόν δεν με άφησε να τελειώσω την ερώτηση. “ Στη χώρα σας μπορείτε να έχετε την πολυτέλεια αυτή ” είπε. “ Εμείς για να επιτύχουμε χρειαζόμαστε μια κάθετη ρήξη με το παρελθόν. Η ανταγωνιστική αγορά είναι ο σωστός τρόπος παραγωγής πλούτου, κι εκεί θα επικεντρωθούμε ”.
Εκείνος κι εγώ γίναμε καλοί φίλοι, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που κάποιος μ’ έψεξε γιατί δεν εκτιμούσα επαρκώς τη δύναμη των ελεύθερων αγορών.
.
Η Ρουμανική επανάσταση
Ένας Ρουμάνος στρατιώτης φωτογραφίζεται μέσα από την τρύπα της ρουμανικής σημαίας στην εξέγερση του 1989. Όπως και στην Ουγγρική εξέγερση του 1956, οι στασιαστές απέκοψαν τα κομμουνιστικά σύμβολα από την εθνική σημαία. Τελικά ο πληθυσμός θεωρούσε τα κομμουνιστικά καθεστώτα υποχείρια ξένου κράτους.
Καθώς οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες κάλπαζαν προς την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων, η αστάθεια στη Μόσχα έμοιαζε να γίνεται κάθε μέρα και χειρότερη. Ήταν πολύ δύσκολο από τη Δύση να εκτιμήσει κανείς τι συνέβαινε ακριβώς. Μόλις μία εβδομάδα μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου της Ρωσικής Δημοκρατίας τον Ιούνιο του 1991, ο Μπορίς Γέλτσιν επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη και μίλησε στο υποκατάστημα εκεί της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.
Ο Γέλτσιν είχε ξεκινήσει την καριέρα του διευθύνοντας μια κατασκευαστική εταιρεία κι είχε χρηματίσει και δήμαρχος της Μόσχας στη δεκαετία του 1980. Κατόπιν, παραιτήθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα για να ηγηθεί του κινήματος των ριζικών μεταρρυθμίσεων. Η εκλογή του σε μια πανεθνική πλειοψηφία 60% ήταν κόλαφος για τον κομμουνισμό. Αν κι υφιστάμενος του Γκορμπατσόφ, η δημοτικότητά του σε συνδυασμό με την εκρηκτική του φύση τον έφερνε πάντα στο κέντρο της προσοχής – όπως είχε συμβεί με τον Χρουστσόφ σε μια παλιότερη εποχή, έμοιαζε να είναι η προσωποποίηση των αγεφύρωτων αντιφάσεων ολόκληρης της χώρας. Το πρώτο του ταξίδι στις ΗΠΑ το 1989 ήταν καταστροφικό – ο κόσμος θυμόταν κυρίως τις ανταποκρίσεις του τύπου για την ασυνάρτητη συμπεριφορά του και για το ότι μέθυσε πίνοντας Τζακ Ντάνιελς.
Ο Τζέραλντ Κόριγκαν, ο πρόεδρος του παραρτήματος της Νέας Υόρκης, είχε αναλάβει την πρωτοβουλία να ενθαρρύνει τη Γουόλ Στριτ να πυκνώσει τις επαφές της με του Σοβιετικούς μεταρρυθμιστές – κάτι που επιθυμούσε διακαώς η κυβέρνηση Μπους. Έτσι, όταν ο Γέλτσιν ήλθε στα χωράφια μας, η Fed τον κάλεσε να μιλήσει σ’ ένα δείπνο, στο οποίο συμμετείχαν περίπου πενήντα τραπεζίτες, οικονομικοί παράγοντες και διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων.
Ο Γέλτσιν έφτασε με μια τεράστια ακολουθία, κι ο Κόριγκαν κι εγώ μιλήσαμε μαζί του για λίγο, πριν τον παρουσιάσουμε στους συγκεντρωμένους καλεσμένους. Ο Γέλτσιν που συναντήσαμε εκείνο το βράδυ δεν ήταν ο μεθυσμένος κλόουν που γνωρίζαμε. Έδειχνε συγκεντρωμένος και γεμάτος αποφασιστικότητα. Από το βήμα, μίλησε με συνέπεια για τη μεταρρυθμιστική τους προσπάθεια επί είκοσι λεπτά χωρίς να διαβάζει σημειώσεις και μετά απάντησε σε λεπτομερείς και συγκεκριμένες ερωτήσεις του ακροατηρίου, χωρίς να καταφύγει στους συμβούλους του για βοήθεια.
.
Η αποχώρηση των στρατευμάτων από το Αφγανιστάν
Stuart Franklin 1989
" Δηλαδή τι ; Θα πολεμάμε αιωνίως ; Θα δεχόμαστε αγόγγυστα πως ο στρατός μας δεν είναι σε θέση να ελέγξει την κατάσταση ; " Γκορμπατσόφ, Νοέμβριος 1986.
Ήταν όλο και πιο ασαφές το εάν ο Γκορμπατσόφ, ή οποιοσδήποτε άλλος, θα μπορούσε να βάλει τέλος στο κομμουνιστικό καθεστώς χωρίς να προκαλέσει την απόλυτη κατάρρευση μέσα σ’ ένα όργιο βίας. Όταν ο Γκορμπατσόφ διέλυσε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας τον Ιούνιο κι έβαλε σ’ ενέργεια το σχέδιό του ν’ ανασυστήσει την ΕΣΣΔ ως οικειοθελή συνομοσπονδία δημοκρατικών κρατών, η αντίδραση την οποία αντιμετώπιζε έγινε βίαια εμφανής. Τον Αύγουστο, μια απόπειρα πραξικοπήματος από σταλινικούς σκληροπυρηνικούς παραλίγο να τον ανατρέψει : αυτό που επέτρεψε στον Γκορμπατσόφ να επιβιώσει ήταν τα εμπνευσμένα καμώματα του Γέλτσιν, ο οποίος ανέβηκε σ΄ ένα τανκ έξω από το σοβιετικό Κοινοβούλιο.
Η Δύση άρχισε να ψάχνει τρόπους να βοηθήσει. Αυτός ήταν κι ο λόγος που ο υπουργός οικονομικών Νικ Μπρέϊντι κι εγώ ηγηθήκαμε μιας ομάδας και πήγαμε στη Μόσχα τον Σεπτέμβριο για να συναντηθούμε με τον Γκορμπατσόφ και να συσκεφθούμε με τους οικονομικούς του συμβούλους. Επισήμως, η αποστολή μας ήταν να εκτιμήσουμε ποιες μεταρρυθμίσεις ήταν αναγκαίες για τη Ρωσία, ώστε να μπορέσει η χώρα αυτή να εισέλθει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που θέλαμε ήταν να δούμε με τα μάτια μας τι συνέβαινε.
Από τη σκοπιά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και του Δυτικού κόσμου, από καθαρά οικονομική άποψη, η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να μας χαλάσει τον ύπνο. Η οικονομία της δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη – φυσικά δεν υπήρχαν αξιόπιστες στατιστικές, αλλά οι ειδικοί εκτιμούσαν ότι το ΑΕΠ της ήταν περίπου στο ίδιο μέγεθος με το ΑΕΠ της Βρετανίας, ή περίπου το 1/6 ολόκληρης της Ευρώπης. Το σιδηρούν παραπέτασμα την είχε κρατήσει τόσο απομονωμένη, ώστε το μερίδιο που είχε στις παγκόσμιες αγορές ήταν μικρό. Το ίδιο και το χρέος της στις δυτικές χώρες, το οποίο μπορεί και να έπαυε ν’ αποπληρώνεται εάν κατέρρεε η κυβέρνηση. Όμως τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν λάμβανε υπόψη του τις πυρηνικές κεφαλές. Είχαμε όλοι μας τον ενδόμυχο φόβο ότι μια ενδεχόμενη σοβιετική κατάρρευση θα μπορούσε ν’ αποτελέσει φοβερή απειλή για τη σταθερότητα και την ασφάλεια στον κόσμο.
Αυτός ο λόγος ήταν αρκετός για να μας τρομοκρατήσει η εικόνα που αποκαλύφθηκε μπροστά μας κατά τη διάρκεια της παραμονής μας.
.
Μόδα στα απομεινάρια ενός αγάλματος του Στάλιν
Ferdinardo Scianna, Βουδαπέστη 1990
Ήταν σαφές ότι η κυβέρνηση βρισκόταν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Ο θεσμός του κεντρικού σχεδιασμού είχε αρχίσει να διαλύεται στα εξ ω συνετέθη, κι η ίδια η διαβίωση του λαού βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού. Ο Έντβαρντ Σεβαρντνάτζε, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, μας μίλησε για ταραχές στις σοβιετικές δημοκρατίες κατά μήκος των συνόρων της Ρωσίας – είπε ότι μπορεί να κινδύνευε η ζωή των είκοσι πέντε εκατομμυρίων Ρώσων που ζούσαν σε αυτές τις περιοχές. Και το χειρότερο όλων είπε, ήταν ο κίνδυνος να βρεθούν αντιμέτωπες η Ρωσία κι η Ουκρανία, που κι οι δύο κατείχαν μέρος του σοβιετικού πυρηνικού οπλοστασίου.
Τα οικονομικά δεδομένα, τα οποία ήταν αποσπασματικά στην καλύτερη περίπτωση, ήταν εξίσου ανησυχητικά. Ο πληθωρισμός είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο με τις τιμές ν’ ανεβαίνουν με ρυθμό 3 – 7% την εβδομάδα. Αυτό συνέβαινε, διότι όλοι οι κεντρικοί μηχανισμοί παραγωγής και διανομής είχαν αρχίσει να καταρρέουν, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερο χρήμα να κυνηγάει όλο και λιγότερα προϊόντα. Σε μια προσπάθεια να κρατήσει τα πράγματα σε μια στοιχειώδη ρευστότητα, η κυβέρνηση είχε πλημμυρίσει την οικονομία με μετρητά. Ένας σύμβουλος του Γκορμπατσόφ μου είπε : “ Τα πιεστήρια δεν προλαβαίνουν. Τυπώνουμε ρούβλια είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο ”.
Και πάνω απ’ όλ’ αυτά έπεφτε βαριά η σκιά του να μη μπορούν να γεμίσουν τα ράφια των μαγαζιών με τρόφιμα. Είχαν υπάρξει εποχές που η παραγωγή της Ουκρανίας της είχε προσδώσει το χαρακτηρισμό “ ο σιτοβολώνας της οικουμένης ”. Ακόμη και τότε όμως που η συγκομιδή ήταν σχετικά πλούσια, ένα μεγάλο μέρος της σάπιζε στα χωράφια, επειδή δεν υπήρχε τρόπος να συλλεγεί και να διανεμηθεί ο καρπός. Η Σοβιετική Ένωση είχε φτάσει ν’ αγοράζει από το εξωτερικό σαράντα εκατομμύρια τόνους στάρι το χρόνο. Οι ελλείψεις ψωμιού ήταν ένα μελανό σημάδι στην εθνική μνήμη – στις διαδηλώσεις για το ψωμί του 1917, οι γιαγιάδες της Αγίας Πετρούπολης βοήθησαν με την εξέγερσή τους στην ανατροπή του τσάρου.
Μια ξεχωριστή συνομιλία μ’ έκανε να καταλάβω πόσο εύθραυστη ήταν αυτή η οικονομία και πόσο δύσκολο θα ήταν να αλλάξει. Ο Μπαρίς Νιέμτσοφ, ένας μεταρρυθμιστής οικονομολόγος, μου εκμυστηρεύτηκε : “ Και που να σου πω για τις στρατιωτικές πόλεις ”, είπε και μου αράδιασε μια σειρά ονόματα που δεν τα είχα ακούσει ποτέ.
Σε όλη την έκταση της χώρας, μου εξήγησε ο Νιέμτσοφ, υπήρχαν τουλάχιστον είκοσι πόλεις, η καθεμιά με δύο εκατομμύρια ή και περισσότερους κατοίκους, που είχαν χτιστεί γύρω από στρατιωτικά εργοστάσια. Ήταν απομονωμένες κι εξειδικευμένες, κι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής τους ήταν η εξυπηρέτηση της σοβιετικής στρατιωτικής μηχανής. Η κεντρική ιδέα των λεγομένων του ήταν σαφής : με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς, ολόκληρες πόλεις κι εκατομμύρια εργάτες θα έμεναν χωρίς αντικείμενο εργασίας και χωρίς τρόπο προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα. Η ακαμψία που ήταν συστατικό στοιχείο του σοβιετικού κομμουνιστικού συστήματος ήταν πολύ πιο ακραία απ’ ότι είχαμε δει ποτέ στη Δύση. Ένας από τους σοβαρότερους λόγους ανησυχίας ήταν ότι όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν παγκόσμιας κλάσης επιστήμονες, μηχανικοί και τεχνοκράτες, για να επιβιώσουν θ’ αναγκάζονταν τελικά να πουλήσουν τις γνώσεις τους σε κράτη – ταραξίες.
Είχα και πολλές άλλες ενημερωτικές συναντήσεις, αλλά το μήνυμα ήταν το ίδιο. Όταν συναντηθήκαμε με τον πρόεδρο Γκορμπατσόφ και μου επανέλαβε το στόχο του που ήταν να κάνει το κράτος του “ σημαντική εμπορική δύναμη στον κόσμο ”, θαύμασα το κουράγιο του. Όμως στο περιθώριο του σημειωματαρίου μου έγραψα : “ Η ΕΣΣΔ είναι μια ελληνική τραγωδία που περιμένει να συμβεί ”.
.
Αυτοκίνητο Τραμπάντ στον δρόμο της Λειψίας
Raymond Depardon 1990
" Ένας Γερμανός αποφάσισε να αιχμαλωτίσει την ιδιαίτερα χαρακτηριστική μυρωδιά των εξατμίσεων των περίφημων ανατολικογερμανικών αυτοκινήτων Τραμπάντ και να την προτείνει στους νοσταλγούς στην εξευτελιστική τιμή των 3.98 ευρώ".
Τηλεγράφημα του πρακτορείου Ρόιτερ, 19.4. 2005
Ο Γκριγκόρι Γιαβλίνσκι, βασικός οικονομολόγος του υπουργικού συμβουλίου του Γκορμπατσόφ, ηγήθηκε τον Οκτώβριο του 1991 μιας αντιπροσωπείας στην Ταϊλάνδη, όπου η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα έκαναν την ετήσια σύσκεψή τους. Αυτή ήταν μια πραγματικά ιστορική στιγμή – η πρώτη φορά που οι Σοβιετικοί αξιωματούχοι κάθονταν στο ίδιο τραπέζι μαζί με τους βασικούς εγκεφάλους της οικονομικής στρατηγικής του καπιταλιστικού κόσμου.
Είχε παραχωρηθεί ήδη στη Σοβιετική Ένωση η ιδιότητα του προσωρινού μέλους – κάτι που της έδινε και τυπικά πρόσβαση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στις συμβουλές της Παγκόσμιας Τράπεζας αλλά όχι στα δάνεια. Ο Γιαβλίνσκι κι η ομάδα του ήλθαν για να υποστηρίξουν τη θέση ότι η Ομοσπονδία των όσων είχαν απομείνει από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες θα έπρεπε ν’ αποκτήσει πλήρη δικαιώματα μέλους. Το θέμα της μαζικής δανειοδότησης από τη Δύση δεν έπεσε κατευθείαν στο τραπέζι – οι Σοβιετικοί υποστήριζαν ότι μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τη μετάβαση σε μία οικονομία της αγοράς μόνοι τους, πόσο μάλλον που κανένα από τα κράτη της G7 δεν ήταν πρόθυμο να συνεισφέρει.
Οι συζητήσεις κράτησαν δύο ολόκληρες μέρες, κι αν πρέπει να επιλέξω μια λέξη για να περιγράψω αυτό που ένοιωθαν οι κεντρικοί τραπεζίτες κι οι υπουργοί οικονομικών, η λέξη αυτή θάταν ανημποριά. Ξέραμε πως ότι είχε απομείνει από τη Σοβιετική Ένωση κατέρρεε. Ξέραμε ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν είχαν πληρωθεί κι ότι μια κατάρρευση του στρατιωτικού μηχανισμού θα μπορούσε να θέσει την παγκόσμια ειρήνη σε κίνδυνο. Είχαμε πολύ σοβαρές ανησυχίες για το τι θα συνέβαινε στα πυρηνικά όπλα. Η σήψη ήταν εσωτερική και πολιτική. Το μόνο που μπορούσε να κάνει το ΔΝΤ ήταν να μιλάει για χρήματα, και το πρόβλημα εδώ δεν ήταν τα χρήματα. Καταλήξαμε να κάνουμε αυτό που κάνουν συνήθως οι οργανισμοί όταν αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις : συστήσαμε μια επιτροπή να μελετήσει το πρόβλημα βαθύτερα και να κάνει προτάσεις ( στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αναπληρωτές υπουργοί οικονομικών του G7 θα πήγαιναν στη Μόσχα σε μερικές εβδομάδες για διαβουλεύσεις ). Άρα τα πράγματα ήταν στα χέρια των Σοβιετικών μεταρρυθμιστών.
Οι προκλήσεις που αντιμετώπιζαν ήταν πολύ πιο δύσκολες από αυτές που είχαν αντιμετωπίσει οι ομόλογοί τους στην Ανατολική Ευρώπη. Οι Πολωνοί κι οι Τσέχοι ηγέτες μπόρεσαν να βασιστούν στην κατανόηση των πληθυσμών τους – όσο μεγάλη δοκιμασία και να ήταν η αλλαγή των οικονομικών συνθηκών, οι λαοί τους είχαν στο κάτω – κάτω ελευθερωθεί από τις αρπάγες της Μόσχας. Όμως πολλοί Σοβιετικοί πολίτες ήταν περήφανοι για την παντοδυναμία της χώρας τους κι είχαν θυσιάσει πολλά για να την πετύχουν. Γι’ αυτούς, η αναταραχή ήταν συνώνυμη με την θλίψη – μια τεράστια απώλεια εθνικού γοήτρου. Η ταπείνωση έκανε το έργο των μεταρρυθμιστών πολύ πιο δύσκολο.
Και το χειρότερο όλων, από το 1917 είχαν περάσει πάρα πολλά χρόνια. Σχεδόν κανείς πια δεν θυμόταν την ατομική ιδιοκτησία ούτε είχε την πρωτογενή επιχειρηματική εμπειρία ή εκπαίδευση. Δεν υπήρχαν λογιστές, εφοριακοί, οικονομικοί αναλυτές, υπεύθυνοι αγορών ή νομικοί εξειδικευμένοι στα εμπορικά ζητήματα, ούτε καν ανάμεσα στους συνταξιούχους. Στην Ανατολική Ευρώπη, όπου ο κομμουνισμός είχε επικρατήσει σαράντα χρόνια κι όχι ογδόντα, οι ελεύθερες αγορές μπορούσαν ν’ αναστηλωθούν. Στην Σοβιετική Ένωση, θα έπρεπε ν’ αναστηθούν εκ νεκρών.
.
Πορεία για την πρώτη επέτειο της ανεξαρτησίας
των Βαλτικών χωρών ( Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία )
Chris Steele - Perkins, Βίλνιους 1991
Για τις χώρες αυτές, που είχαν προσαρτηθεί στην ΕΣΣΔ το 1940, αρχίζει μια νέα εποχή, που χαρακτηρίζεται από τον εκδημοκρατισμό και το άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς.
Ο Γκορμπατσόφ δεν έμεινε στην εξουσία αρκετά για να επιβλέψει τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς. Παραιτήθηκε τον Δεκέμβριο του 1991, τότε που η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε και τυπικά για να πάρει τη θέση της μια χαλαρή οικονομική συνομοσπονδία πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών. Στις 26 Δεκεμβρίου, ο κεντρικός τίτλος των New York Times ήταν : “ Ο Γκορμπατσόφ, τελευταίος Σοβιετικός ηγέτης, παραιτείται. Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία των δημοκρατιών. Το τέλος της ΕΣΣΔ ”.
Ο άνθρωπος που επέλεξε ο Μπορίς Γέλτσιν για να τροχοδρομήσει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις στη Ρωσία ήταν ο Γεγκόρ Γκαϊντάρ. Στη δεκαετία του 1980, όταν ο ίδιος κι άλλοι νεαροί οικονομολόγοι είχαν ονειρευτεί να δημιουργήσουν μια οικονομία της αγοράς στη Σοβιετική Ένωση, είχα φανταστεί μια οργανωμένη και μεθοδική μετάβαση. Όμως τώρα, μέσα στο αυξανόμενο χάος, δεν υπήρχε χρόνος για κάτι τέτοιο : εάν η κυβέρνηση δεν έβαζε αμέσως σε ενέργεια τους θεσμούς της αγοράς, ο κόσμος θ’ άρχιζε να πεθαίνει από την πείνα. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1992, ο Γκαϊντάρ, από τη θέση του αναπληρωτή πρωθυπουργού, κατέφυγε στο σχέδιο που είχε λειτουργήσει στην Πολωνία : έθεσε απότομα τέρμα σε όλους τους ελέγχους τιμών.
Το ηλεκτροσόκ συντάραξε τους Σοβιετικούς πολύ περισσότερο απ’ ότι είχε συνταράξει τους Πολωνούς. Το μέγεθος της χώρας, η ακαμψία του συστήματος, το γεγονός ότι το κράτος υπαγόρευε τις τιμές για όσο μπορούσαν να θυμηθούν οι άνθρωποι, όλ’ αυτά στράφηκαν τώρα εναντίον τους. Ο πληθωρισμός ανέβηκε τόσο γρήγορα ώστε οι μισθοί των ανθρώπων, εάν μπορούσαν να τους εισπράξουν, έχαναν αμέσως την αξία τους κι οι πενιχρές αποταμιεύσεις τους εξανεμίστηκαν. Το ρούβλι έχασε τα ¾ της αξίας του μέσα σε τέσσερις μήνες. Τα προϊόντα εξακολούθησαν να είναι δυσεύρετα κι άνθησε η μαύρη αγορά.
Μετά, τον Οκτώβριο, ο Γέλτσιν κι οι οικονομολόγοι του εξαπέλυσαν τη δεύτερη μεγάλης κλίμακας μεταρρύθμιση : μοίρασαν διατακτικές σε εκατόν σαράντα τέσσερα εκατομμύρια πολίτες κι άρχισαν να ιδιωτικοποιούν τις κρατικές επιχειρήσεις και τη γη σε μαζική κλίμακα. Κι αυτή η μεταρρύθμιση ήταν πολύ λιγότερο αποτελεσματική απ’ ότι στην Ανατολική Ευρώπη. Εκατομμύρια άνθρωποι κατέληξαν να έχουν μετοχές σε επιχειρήσεις ή την ιδιοκτησία των διαμερισμάτων στα οποία έμεναν, πράγμα που ήταν κι ο στόχος, όμως πολλά άλλα εκατομμύρια εξαπατήθηκαν κι έχασαν κι αυτά που είχαν. Ολόκληρες βιομηχανίες κατέληξαν στα χέρια ενός μικρού αριθμού καιροσκόπων, οι οποίοι έγιναν γνωστοί με τη λέξη ολιγάρχες. Όπως ο Τζέι Γκούλντ κι οι μεγιστάνες του σιδηρόδρομου της Αμερικής του 19ου αιώνα, οι οποίοι έκαναν τεράστιες περιουσίες, εν μέρει εκμεταλλευόμενοι τις κυβερνητικές παροχές, οι ολιγάρχες αποτέλεσαν μια εντελώς καινούργια τάξη πλουσίων οξύνοντας το πολιτικό χάος.
.
Αλβανοί προσπαθούν ν' αποβιβαστούν από το πλοίο
Ferdinardo Scianna, Μπρίντεζι 1991
Χιλιάδες Αλβανοί, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον εμφύλιο πόλεμο και τη φτώχεια που επέφερε ο κομμουνισμός, εγκαταλείπουν τη χώρα τους στην αρχή της δεκαετίας του 1990. Οι περισσότεροι πηγαίνουν στην Ιταλία, ελπίζοντας να ζήσουν εκεί μια καλύτερη ζωή.
Ήταν συναρπαστικό να βλέπω τα γεγονότα αυτά να εκτυλίσσονται. Οι οικονομολόγοι έχουν παρακολουθήσει πολλές φορές το φαινόμενο μιας οικονομίας της αγοράς που μετατρέπεται σε κεντρικά διευθυνόμενη οικονομία : στην πραγματικότητα, η μετακίνηση της Ανατολής προς τον κομμουνισμό και της Δύσης προς τον σοσιαλισμό ήταν η κυρίαρχη οικονομική τάση του 20ού αιώνα. Γι’ αυτό και μέχρι τα πολύ πρόσφατα χρόνια είχαμε ελάχιστη εμπειρία για την περίπτωση της αντίρροπης κίνησης. Μέχρι να πέσει το Τείχος και να γίνει εμφανής η ανάγκη για τη δημιουργία οικονομιών της αγοράς από τα ερείπια των καθεστώτων της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, ελάχιστοι οικονομολόγοι σκεφτόταν τους θεμελιώδεις θεσμούς που χρειάζεται μια ελεύθερη αγορά για να λειτουργήσει. Άθελά τους, οι Σοβιετικοί εκτελούσαν για χάρη μας ένα πείραμα. Και μερικά από τα διδάγματα του πειράματος αυτού ήταν εκπληκτικά.
.
Απελπισία στην Τσετσενία
Thomas Dworzak, Γκρόζνι, Μάρτιος 2002
" Τα Ρωσικά στρατεύματα προχώρησαν κάτω από τα μάτια μας σε συστηματική λεηλασία... Το Γκρόζνι πρακτικά έχει εξαφανιστεί από τον χάρτη, όπως κι εκατοντάδες άλλες πόλεις. " Ασλάν Μασκάντοφ, Αρχηγός της Αντίστασης.
Η κατάρρευση της κεντρικής οικονομίας δεν δημιούργησε αυτόματα καπιταλισμό, αντίθετα από τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις πολλών συντηρητικών πολιτικών. Οι δυτικές αγορές έχουν ένα τεράστιο υπόβαθρο κουλτούρας κι υποδομών, το οποίο ανέπτυξαν επί πολλές γενιές : νόμοι, συμβάσεις, συμπεριφορές, συναφή επαγγέλματα και πρακτικές, που σχεδόν απουσιάζουν από ένα κράτος κεντρικού σχεδιασμού.
Όντας υποχρεωμένοι να κάνουν τη μετάβαση κυριολεκτικά από τη μια μέρα στην άλλη, αυτό που πέτυχαν οι Σοβιετικοί δεν ήταν ένα σύστημα ελεύθερης αγοράς αλλά ένα σύστημα μαύρης αγοράς. Η μαύρη αγορά, με τις μη ρυθμισμένες τιμές της και τον ανοιχτό ανταγωνισμό, φαινομενικά μιμείται αυτό που συμβαίνει σε μια οικονομία αγοράς. Όμως μόνο εν μέρει. Κι αυτό γιατί οι κανόνες της δεν εντάσσονται σε κανένα νομικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει δικαίωμα απόκτησης ή πώλησης περιουσίας με βάση κανόνες που στηρίζονται στην κρατική επιβολή. Δεν υπάρχουν νόμοι σχετικοί με τη σύναψη συμβολαίων ή με τη χρεοκοπία, ούτε η δυνατότητα επίλυσης διαφορών από συντεταγμένη δικαστική εξουσία. Λείπει ο άξονας της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και συγκεκριμένα το δικαίωμα στην ιδιοκτησία.
Το αποτέλεσμα είναι η μαύρη αγορά να παράγει για την κοινωνία ελάχιστα από τα οφέλη που παράγει το νομίμως επιτρεπόμενο εμπόριο. Η γνώση ότι η κυβέρνηση προστατεύει την ιδιοκτησία ενθαρρύνει τους πολίτες να ρισκάρουν, βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία πλούτου και την οικονομική ανάπτυξη. Ελάχιστοι άνθρωποι θα διακινδύνευαν το κεφάλαιό τους εάν η απόδοσή του θα ήταν έρμαιο είτε της κυβέρνησης είτε της μαφίας.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αυτή ήταν η εικόνα που παρουσίαζε το μεγαλύτερο μέρος της Ρωσίας. Για γενιές ολόκληρες που είχαν γαλουχηθεί με το μαρξιστικό αξίωμα ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι κλοπή, η μετάβαση σε μια οικονομία της αγοράς αποτελούσε ήδη μεγάλη πρόκληση για την αίσθησή τους περί δικαίου και αδίκου. Η άνοδος των ολιγαρχών υπονόμευσε ακόμα περισσότερο τη λαϊκή υποστήριξη. Ευθύς εξαρχής, η παρουσία του νόμου ως υπερασπιστή της ατομικής περιουσίας ήταν ακραία άνιση. Ιδιωτικοί στρατοί ασφαλείας ανέλαβαν κατά μέγα μέρος τη δουλειά αυτή, μερικές φορές πολεμώντας μεταξύ τους κι αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αίσθηση του χάους.
Δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο αν η κυβέρνηση Γέλτσιν καταλάβαινε πως έπρεπε να δουλεύει το νομικό σύστημα μιας οικονομίας της αγοράς. Το 1998, για παράδειγμα, ένας σημαντικός Ρώσος ακαδημαϊκός είπε στην Washington Post : “ Το κράτος θεωρεί ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο πρέπει να υποστηρίζεται από αυτούς που το έχουν. Είναι συνειδητή η τακτική των αρχών ασφαλείας να αποστασιοποιούνται από την υπεράσπιση του ατομικού πλούτου ”. Για μένα, αυτή η δήλωση αποκάλυπτε μια τρομακτική άγνοια της ανάγκης για ενσωμάτωση των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας στο νομικό σύστημα. Η χρήση αντιμαχομένων αστυνομικών δυνάμεων δεν εξασφαλίζει το νόμο : επιβάλλει τον τρόμο και τη βία.
Η εμπιστοσύνη στο λόγο των άλλων, κι ιδιαίτερα των ξένων, ήταν ένα άλλο στοιχείο που έλειπε εμφανώς από τη νέα Ρωσία. Είναι μια πλευρά του καπιταλισμού της αγοράς, την οποία ποτέ δεν σκεφτόμαστε ενώ είναι τόσο σημαντική. Παρά το δικαίωμα που έχει ο καθένας στη Δύση να υποβάλει μήνυση για να επανορθώσει μια επιβλαβή συμπεριφορά, εάν από τα συμβόλαια που υπογράφονται κατέληγαν στα δικαστήρια παραπάνω από ένα ελάχιστο ποσοστό, το νομικό μας σύστημα θα παρέλυε εντελώς. Σε μια ελεύθερη κοινωνία οι περισσότερες δοσοληψίες επομένως είναι κατ’ ανάγκην εκούσιες. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει την ύπαρξη εμπιστοσύνης. Πάντα ένοιωθα εντυπωσιασμένος από το ότι στις δυτικές οικονομικές αγορές, δοσοληψίες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων δεν είναι παρά προφορικές συμφωνίες, οι οποίες επιβεβαιώνονται γραπτώς αργότερα, και πολλές φορές μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα των τιμών. Η εμπιστοσύνη απαιτεί στοιχειοθέτηση ακεραιότητας και καλής μαρτυρίας μεταξύ των συμβαλλομένων.
.
Σοβιετική στρατιωτική παρέλαση υπό το άγρυπνο βλέμμα του Λένιν. Οι παρελάσεις αυτού του είδους ήταν συχνό φαινόμενο σε σοβιετικές γιορτές όπως η Εργατική Πρωτομαγιά κι η επέτειος της Επανάστασης. Στο αποκορύφωμα της ισχύος της η ΕΣΣΔ φαινόταν ακατάβλητη. Με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τον Νοέμβριο του 1989, η αυταπάτη διαλύθηκε.
Η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η κατάληξη ενός γιγαντιαίου πειράματος : η παλαιά αντιπαράθεση για τις αρετές των οικονομιών που είναι οργανωμένες με βάση τις ελεύθερες αγορές κι εκείνων που ρυθμίζονται από έναν κεντρικά σχεδιασμένο σοσιαλισμό, έχει στην ουσία φτάσει στο τέλος της. Οπωσδήποτε υπάρχουν ακόμη μερικοί που εξακολουθούν να υποστηρίζουν τον παλαιομοδίτικο σοσιαλισμό. Όμως για τη μεγάλη πλειονότητα των κατά προσωπική ομολογία σοσιαλιστών, ο σοσιαλισμός που επαγγέλλονται είναι ένας πολύ νερωμένος “ σοσιαλισμός της αγοράς ”, όπως συχνά αποκαλείται.
Δεν ισχυρίζομαι ότι ο κόσμος είναι έτοιμος ν' αγκαλιάσει τον καπιταλισμό της αγοράς ως τη μοναδική αξιόλογη μορφή οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Πάρα πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να θεωρούν τον καπιταλισμό και την εμμονή του στον υλισμό υποτιμητικό για την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου. Και μπορεί κάποιος να επιζητεί την υλική ευημερία θεωρώντας ταυτόχρονα ότι οι ανταγωνιστικές αγορές έχουν παραδοθεί αμαχητί στις λαθροχειρίες της μαζικής προώθησης και διαφήμισης, οι οποίες ευτελίζουν τη ζωή προωθώντας επιφανειακές κι εφήμερες αξίες.
Μερικές κυβερνήσεις, όπως η κυβέρνηση της Κίνας, ακόμη και τώρα προσπαθούν να χαλιναγωγήσουν τις προφανείς προτιμήσεις των πολιτών τους περιορίζοντας την πρόσβασή τους στα ξένα μέσα ενημέρωσης, τα οποία, κατά τη γνώμη τους, υπονομεύουν τον πολιτισμό τους. Και τελικά, υπάρχει κι ένας εν υπνώσει προστατευτισμός, στις Ηνωμένες πολιτείες κι αλλού, ο οποίος θα μπορούσε ν’ αναδυθεί ως ισχυρή δύναμη κατά της διεθνοποίησης του εμπορίου και της οικονομίας, άρα και του καπιταλισμού στον οποίο ευδοκιμούν, ιδιαίτερα εάν η σημερινή οικονομία του τεχνολογικά προηγμένου κόσμου παραστρατήσει. Η ετυμηγορία όμως σχετικά με τον κεντρικό σχεδιασμό έχει βγει κι είναι ομόφωνα καταδικαστική. "
Πηγές στοιχείων : Alan Greenspan, Η εποχή των αναταράξεων, Ωκεανίδα 2007, Dr. John Stevenson, Η ιστορία της Ευρώπης, Κ. Κωστόπουλος, 2005, Εικόνες που αφηγούνται την ιστορία του κόσμου, Σύγχρονοι ορίζοντες 2007.

2 σχόλια:

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ είπε...

ΚΥΡΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΥΜΦΩΝΩ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΚΑΙ ΣΑΣ ΣΥΓΧΑΙΡΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΣΑΣ.ΟΝΟΜΑΖΟΜΑΙ ΚΩΣΤΗΣ ΤΣΑΜΗΣ,ΕΙΜΑΙ ΒΙΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ,ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΧΑΙΤΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΤΩΝ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ.ΕΙΜΑΙ Ο ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΣ ΤΩΝ ΚΩΔΙΚΩΝ ΜΕ ΤΙΤΛΟ ΒΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ.ΜΕ ΤΙΣ ΒΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.ΣΥΝΤΟΜΑ ΟΙ ΙΣΧΥΡΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΟΝΤΑΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥΣ,ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΚΟΙΝΩΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΤΙΣ ΒΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΔΥΝΑΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΝΕΝΑ.
ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.
Η ΛΕΞΗ ΧΡΗΜΑ Η ΒΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ 63 315, Η ΛΕΞΗ ΜΥΑΛΟ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ 63 315. ΕΝΩ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΑ ΣΑΝ ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ,ΟΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ,ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΑ.ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΝΝΟΙΑΣ,ΕΝΩ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΟ ΑΡΙΘΜΟ.
Η ΛΕΞΗ ΜΑΥΡΟ 69 345
Η ΛΕΞΗ ΦΡΙΚΗ 69 345
Η ΛΕΞΗ ΚΥΠΡΟΣ 102 612
Η ΛΕΞΗ ΚΩΣΤΗΣ 102 612
Η ΛΕΞΗ ΠΙΣΤΗ 74 370
Η ΛΕΞΗ ΛΙΠΟΣ 74 370
ΓΙΑ ΠΙΟ ΠΟΛΛΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΟ
e-mail μου: ktsa53@otenet.gr
ΕΧΩ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ (ΒΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ-ΩΓΥΓΙΑ).ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑ.

ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

ΚΩΣΤΗΣ ΤΣΑΜΗΣ
ΒΙΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΥΠ.Α.-ESP

Σοφία Πάνου είπε...

Είστε σίγουρος για όλ' αυτά ; Λογικό θάταν να αντιστοιχεί ένας κωδικός σε κάθε λέξη. Οι λέξεις είναι πεπερασμένο σύνολο - ας πούμε ένα μεγάλο, πλήρες λεξικό. Μια λεπτομερέστερη επεξεργασία των εννοιών κι η μετατροπή της σε κωδικούς θάταν υπερβολικά πολλή δουλειά ; Ίσως δηλαδή η θεωρία σας βρίσκεται σε αρχικό στάδιο... Γιατί διαφορετικές έννοιες να έχουν ίδιους κωδικούς ; Το ζητούμενο δεν μπορεί νάναι η σύγχυση...