Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Η πτώση του τείχους - 1

Από τις εργασίες κατασκευής του Τείχους του Βερολίνου τον Αύγουστο του 1961. Το τείχος απέβη το κατ' εξοχήν σύμβολο του ψυχρού πολέμου. Ο Γερμανός κομμουνιστής ηγέτης Βάλτερ Ούλμπριχτ, ήταν εκείνος που επέμενε περισσότερο στο κλείσιμο των συνόρων, προκειμένου να τεθεί φραγμός στη φυγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ( ΛΓΔ ).
" Ήταν 10 Οκτωβρίου 1989. Ο Τζακ Μάτλοκ, πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Σοβιετική Ένωση, με παρουσίαζε σ' ένα ακροατήριο Σοβιετικών οικονομολόγων και τραπεζιτών στο Σπάσο Χάουζ, την επίσημη κατοικία του Αμερικανού πρέσβη στη Μόσχα. Είχα πάει εκεί για να εξηγήσω το καπιταλιστικό χρηματοοικονομικό σύστημα.
Φυσικά δεν είχα ιδέα ότι σ' ένα μήνα το τείχος του Βερολίνου θα είχε γκρεμιστεί ή ότι σε δύο μόλις χρόνια η Σοβιετική Ένωση θα έπαυε να υπάρχει. Ούτε μπορούσα να υποπτευθώ ότι τα χρόνια που θ' ακολουθούσαν την πτώση του ανατολικού μπλοκ θα γινόμουν μάρτυρας ενός πολύ σπάνιου φαινομένου : την εμφάνιση μιας ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς από τις στάχτες μιας κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας. Στην πορεία, ο θάνατος του κεντρικού σχεδιασμού αποκάλυψε την σχεδόν απίστευτη έκταση σαπίλας που είχε συσσωρευτεί επί δεκαετίες.
Με είχε καλέσει εκεί ο Λεονίντ Αμπάλκιν, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός με αρμοδιότητα την οικονομική μεταρρύθμιση. Περίμενα ότι η συνάντησή μας εκείνη την εβδομάδα θα ήταν περισσότερο τυπική, αλλά αποδείχθηκε ότι είχα απολύτως άδικο. Πανεπιστημιακός οικονομολόγος γύρω στα πενήντα, μέλος του σκιώδους υπουργικού συμβουλίου των μεταρρυθμιστών του Γκορμπατσόφ, ο Αμπάλκιν είχε φήμη πολιτικής ευελιξίας και λεπτότητας. Το μακρύ πρόσωπό του τον έκανε να φαίνεται σα να πάσχει από χρόνιο στρες, κι υπήρχαν πράγματι πολλοί λόγοι για να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο χειμώνας όπου νάναι θα ερχόταν, κι υπήρχαν ανησυχητικές αναφορές για ελλείψεις στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος και τροφίμων. Ο Γκορμπατσόφ μιλούσε δημοσίως για τον κίνδυνο αναρχίας, κι ο πρωθυπουργός είχε ζητήσει μόλις από το κοινοβούλιο έκτακτες εξουσίες για να απαγορεύσει τις απεργίες. Η περεστρόικα, η φιλόδοξη τετραετής πρωτοβουλία οικονομικής μεταρρύθμισης του Γκορμπατσόφ, παρέπαιε. Διαισθάνθηκα ότι ο Αμπάλκιν ήταν ο σωστός άνθρωπος γι’ αυτή τη δουλειά, καθώς ο προϊστάμενός του ήξερε ελάχιστα από τους μηχανισμούς της αγοράς.
Ο Αμπάλκιν ζήτησε τη γνώμη μου για μια πρόταση που διατυμπάνιζαν οι κρατικοί σχεδιαστές της σοβιετικής οικονομίας. Ήταν ένα πρόγραμμα καταπολέμησης του πληθωρισμού, το οποίο βασιζόταν σ’ ένα σύστημα αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής και σκοπό είχε να διαβεβαιώσει τον πληθυσμό ότι η αγοραστική αξία των μισθών του δεν θα χανόταν. Του περιέγραψα εν συντομία τον συνεχιζόμενο αγώνα της αμερικανικής κυβέρνησης για να αποπληρώσει τα χρέη που είχαν δημιουργήσει οι τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενες παροχές των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης, και του εξέφρασα την ακλόνητη πεποίθησή μου ότι οποιαδήποτε τέτοια διασύνδεση δεν είναι παρά μια ασπιρίνη, η οποία μακροπρόθεσμα θα προκαλούσε ακόμη πιο σοβαρά προβλήματα.
Ο Αμπάλκιν δεν φάνηκε να εκπλήσσεται καθόλου. Είπε ότι, κατά τη γνώμη του, η μετάβαση από τον γραφειοκρατικό κεντρικό σχεδιασμό στην ιδιωτική αγορά, την οποία αποκάλεσε “ την πιο δημοκρατική μορφή ρύθμισης της οικονομικής δραστηριότητας ”, θα χρειαζόταν πολλά χρόνια.
.
Το τείχος του Βερολίνου
Πρόεδροι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας είχαν αποτολμήσει και πρωτύτερα να ταξιδέψουν στην άλλη πλευρά του σιδηρού παραπετάσματος, αλλά ήξερα ότι δεν είχαν κάνει ποτέ συζητήσεις σαν αυτήν εδώ.
Εκείνα τα χρόνια λίγα πράγματα υπήρχαν προς συζήτηση :το ιδεολογικό και πολιτικό χάσμα ανάμεσα στις οικονομίες του κεντρικού σχεδιασμού του σοβιετικού μπλοκ και τις οικονομίες της αγοράς της Δύσης ήταν απλώς υπερβολικά μεγάλο. Κι όμως, το τέλος της δεκαετίας του 1980 είχε φέρει εκπληκτικές αλλαγές – οι οποίες ήταν πιο εμφανείς στην Ανατολική Γερμανία και σε άλλους δορυφόρους, αλλά και στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση. Μόλις εκείνη την άνοιξη, η Πολωνία είχε κάνει τις πρώτες ελεύθερες εκλογές της και τα γεγονότα που ακολούθησαν είχαν εκπλήξει τον κόσμο.
Πρώτον, το συνδικάτο Αλληλεγγύη κέρδισε καθαρά το κομμουνιστικό κόμμα, και μετά, αντί να στείλει τον Ερυθρό Στρατό για να επαναφέρει την τάξη, ο Γκορμπατσόφ δήλωσε ότι η ΕΣΣΔ δεχόταν το αποτέλεσμα των ελεύθερων αυτών εκλογών. Πιο πρόσφατα, η Ανατολική Γερμανία είχε αρχίσει να διαλύεται – δεκάδες χιλιάδες πολιτών της εκμεταλλεύτηκαν τον όλο και χαλαρότερο ρόλο του καθεστώτος της για να μεταβούν παράνομα στη Δύση. Κι ελάχιστες μέρες πριν φτάσω στη Μόσχα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ουγγαρίας αποκήρυξε τον μαρξισμό υιοθετώντας τον δημοκρατικό σοσιαλισμό.
Η ίδια η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν προφανώς σε κρίση. Η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου λίγα χρόνια πριν είχε εξαφανίσει τη μόνη πραγματική πηγή ανάπτυξης, και τώρα δεν υπήρχε τίποτε για ν’ αντιπαρατεθεί στη στασιμότητα και τη διαφθορά που είχαν γίνει ενδημικές κατά την περίοδο Μπρέζνιεφ. Και σαν να μην έφταναν αυτά, υπήρχε κι ο ψυχρός πόλεμος, που η πίεσή του αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική κούρσα εξοπλισμών υπό τον πρόεδρο Ρέιγκαν. Και δεν ήταν μόνο ότι η Σοβιετική Ένωση έχανε τον έλεγχο των δορυφόρων της, αλλά είχε και πρόβλημα να θρέψει τον πληθυσμό της : μόνο εισάγοντας εκατομμύρια τόνους σιταριού από τη Δύση μπορούσε να εφοδιάσει τις σοβιετικές οικογένειες με ψωμί.
Ο πληθωρισμός, η άμεση ανησυχία του Αμπάλκιν, είχε ξεφύγει στην ουσία από κάθε έλεγχο: είχα δει με τα μάτια μου τεράστιες ουρές έξω από κοσμηματοπωλεία, όπου πελάτες, που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να μετατρέψουν ρούβλια σε αγαθά διαρκούς αξίας, ήταν αναγκασμένοι να περιορίζονται σε μία μόνο αγορά ανά επίσκεψη.
Ο Γκορμπατσόφ φυσικά προχωρούσε όσο πιο γρήγορα γινόταν για να φιλελευθεροποιήσει το σύστημα και ν’ αναστρέψει τη φθορά. Ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης μου φάνηκε ένας εξαιρετικά ευφυής κι ειλικρινής άνθρωπος, αλλά ήταν Σα διχασμένη προσωπικότητα. Η ευφυΐα κι η ειλικρίνεια ήταν κατά κάποιο τρόπο το πρόβλημά του. Δεν του επέτρεπαν ν’ αγνοήσει τις αντιφάσεις και τα ψεύδη, με τα οποία τον βομβάρδιζε καθημερινά το σύστημα. Παρά το ότι είχε ανδρωθεί υπό τον Στάλιν και τον Χρουστσόφ, έβλεπε καθαρά ότι η χώρα του βρισκόταν σε στασιμότητα και καταλάβαινε και το γιατί, πράγμα το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με την κομματική του διαπαιδαγώγηση.
Το μεγάλο μυστήριο για μένα ήταν γιατί ο Γιούρι Αντρόποφ, το σκληροπυρηνικό στέλεχος που είχε προηγηθεί του Γκορμπατσόφ, τον είχε προωθήσει στην εξουσία. Ο Γκορμπατσόφ δεν προκάλεσε σκόπιμα την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ούτε ύψωσε όμως το χέρι του για να σταματήσει τη διάλυσή της. Αντίθετα από τους προκατόχους του, δεν έστειλε στρατεύματα στην Ανατολική Γερμανία ή στην Πολωνία όταν έκαναν βήματα προς την δημοκρατία.
Κι ο Γκορμπατσόφ ήλπιζε ότι η χώρα του θα γινόταν σοβαρός παίκτης στο παγκόσμιο εμπόριο. Αναμφίβολα καταλάβαινε ότι αυτή η φιλοδοξία είχε σαφώς καπιταλιστική χροιά, παρ’ όλο που ο ίδιος δεν κατανοούσε τους μηχανισμούς των χρηματιστηρίων ή των υπόλοιπων στοιχείων των δυτικών οικονομιών.
.
" Ο Γερμανικός λαός είναι ο πιο ευτυχισμένος της γης "
Walter Momber, Δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου
Η επίσκεψή μου γινόταν στο πλαίσιο της αυξανόμενης προσπάθειας της Ουάσινγκτον να ενθαρρύνει τους μεταρρυθμιστές Σοβιετικούς μέσα στις φιλελεύθερες συνθήκες της ανοιχτής πολιτικής ( γκλάσνοστ ) του Γκορμπατσόφ. Μόλις η KGB επέτρεψε στον κόσμο να παρακολουθεί ελεύθερα διαλέξεις και συναντήσεις, η αμερικανική πρεσβεία εγκαινίασε αμέσως μια σειρά σεμιναρίων, στα οποία ιστορικοί, οικονομολόγοι κι επιστήμονες ερχόταν ν’ ακούσουν διαλέξεις από Δυτικούς συναδέλφους τους για θέματα προηγουμένως απαγορευμένα, όπως η μαύρη αγορά, τα οικολογικά προβλήματα στις νότιες δημοκρατίες κι η ιστορία της σταλινικής εποχής.
Ένα μεγάλο μέρος της παραμονής μου αναλώθηκε σε συναντήσεις με ανώτατους αξιωματούχους. Ο καθένας από αυτούς με εξέπληξε με κάποιο ιδιαίτερο τρόπο. Ενώ είχα αναλώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου μελετώντας την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, η συνάντησή μου με το εναλλακτικό σύστημα και μάλιστα σε κατάσταση βαθιάς κρίσης με υποχρέωσε να σκεφτώ πολύ βαθύτερα απ’ ότι προηγουμένως τις θεμελιακές αρχές του καπιταλισμού και το πώς διέφερε από ένα κεντρικά σχεδιασμένο σύστημα.
Μια πρώτη γεύση αυτής της διαφοράς πήρα, καθώς πηγαίναμε με το αυτοκίνητο από το αεροδρόμιο προς τη Μόσχα. Σ’ ένα χωράφι στο πλάι του δρόμου, είδα ένα τρακτέρ ατμού της δεκαετίας του 1920, ένα άκομψο κι άτεχνο μηχάνημα με τεράστιους μεταλλικούς τροχούς. “ Γιατί άραγε να χρησιμοποιούν ακόμα αυτό το κατασκεύασμα; ” ρώτησα τον υπεύθυνο ασφαλείας που βρισκόταν μαζί μου στο αυτοκίνητο. “ Δεν ξέρω ”, είπε. “ Μήπως επειδή λειτουργεί ακόμη ; ” Σαν τις Σεβρολέ του 1957 στους δρόμους της Αβάνας, έδειχνε ανάγλυφα μια θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα σε μια κοινωνία με κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και μια καπιταλιστική : εδώ δεν υπήρχε δημιουργική καταστροφή, δεν υπήρχε κίνητρο για κατασκευή καλύτερων εργαλείων.
Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που τα οικονομικά συστήματα με κεντρικό σχεδιασμό έχουν τεράστια δυσκολία στη βελτίωση του επιπέδου ζωής των λαών τους και τη δημιουργία πλούτου. Η παραγωγή κι η διανομή των προϊόντων καθορίζονται από συγκεκριμένες οδηγίες των σχεδιαστών της οικονομικής πολιτικής προς τις βιομηχανίες, με τις οποίες τους υπαγορεύουν από ποιόν και σε ποιες ποσότητες θα πρέπει να παραλάβουν πρώτες ύλες κι υπηρεσίες, τι θα παράγουν και σε ποιόν θα πρέπει να διανείμουν το προϊόν τους. Το εργατικό δυναμικό υποτίθεται ότι απασχολείται πλήρως κι οι μισθοί είναι προκαθορισμένοι. Λείπει από το σύστημα ο τελικός καταναλωτής, ο οποίος σε μια τυπικά σχεδιασμένη οικονομία υποτίθεται ότι δέχεται παθητικά τα προϊόντα που διατάζουν να κατασκευαστούν οι κεντρικοί σχεδιαστές της οικονομίας. Ακόμη και στην ΕΣΣΔ, οι καταναλωτές δεν συμπεριφερόταν μ’ αυτό τον τρόπο.
Χωρίς ουσιαστική αγορά, η οποία να ρυθμίζει την προσφορά σε σχέση με τη ζήτηση, η συνέπεια είναι κατά κανόνα η δημιουργία τεράστιων πλεονασμάτων σε προϊόντα, τα οποία δεν θέλει κανείς, κι η δημιουργία επίσης τεράστιων ελλείψεων προϊόντων, τα οποία οι άνθρωποι θέλουν, αλλά δεν παράγονται σε επαρκείς ποσότητες. Οι ελλείψεις οδηγούν στην επιβολή δελτίου ή στο περίφημο μοσχοβίτικο αντίστοιχο, τις ουρές στα μαγαζιά. ( Ο Σοβιετικός μεταρρυθμιστής Γεγκόρ Γκαϊντάρ, μιλώντας αργότερα για τη δύναμη του ανθρώπου που χειριζόταν σπάνια προϊόντα, είπε : “ Το να είσαι απλός πωλητής σε πολυκατάστημα ήταν ανάλογο με το να είσαι σήμερα εκατομμυριούχος στη Σίλικον Βάλεϊ. Σήμαινε γενική καταξίωση, σήμαινε επιρροή, σήμαινε τον γενικό σεβασμό” ).
.
" Ότι ανήκει στο ίδιο σύνολο, μπορεί πλέον ν' αναπτύσσεται μαζί "
Βίλι Μπράντ, Καγκελάριος της Δ. Γερμανίας 1969 - 1974
Βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη 1971
Τα σοβιέτ είχαν στοιχηματίσει ολόκληρο το έθνος τους πάνω στην υπόθεση ότι ο κεντρικός σχεδιασμός κι όχι ο ανοιχτός ανταγωνισμός κι οι ελεύθερες αγορές είναι ο τρόπος να πετύχει κανείς το κοινό καλό. Έχοντας αυτή την ιδέα στο μυαλό, επιθυμούσα διακαώς να συναντήσω τον Στεφάν Σιταριάν, το δεξί χέρι του διευθυντή του Γκοσπλάν, της Επιτροπής Κεντρικού Σχεδιασμού. Η Σοβιετική Ένωση είχε ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό για τα πάντα, κι οι βασικοί τέτοιοι μηχανισμοί είχαν ονόματα που άρχιζαν από γκοσ - , το οποίο δηλώνει το κράτος.
Το Γκοσνάμπ παρείχε πρώτες ύλες στη βιομηχανία, το Γκοστρούντ καθόριζε τους μισθούς και τους κανονισμούς εργασίας, το Γκοσκομτσέν αποφάσιζε το ύψος των τιμών. Στην κορυφή όλων αυτών ήταν θρονιασμένο το Γκοσπλάν – το οποίο, όπως αξιομνημόνευτα το περιέγραψε ένας αναλυτής, υπαγόρευε “ τον τύπο, την ποσότητα και την τιμή όλων των προϊόντων που παραγόταν σε κάθε εργοστάσιο και σε κάθε εργαστήριο, σε μια περιοχή που καταλάμβανε έντεκα μεσημβρινούς ”. Η απέραντη αυτοκρατορία του Γκοσπλάν περιλάμβανε στρατιωτικά εργοστάσια, τα οποία είχαν πρόσβαση στις καλύτερες εργατικές δυνάμεις και στα καλύτερα υλικά, κι όλοι τα θεωρούσαν από τα πιο σπουδαία της Σοβιετικής Ένωσης. Συνολικά, οι Δυτικοί αναλυτές εκτιμούσαν ότι ο οργανισμός αυτός ήλεγχε μεταξύ του 60 και του 80% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της χώρας. Ο Σιταριάν και το αφεντικό του, ο Γιούρι Μασκλιούκοφ, ήταν τα άτομα που κρατούσαν το τιμόνι.
Θεωρητικά σου επέτρεπε να προβλέψεις την επίδραση που μπορεί να είχε σε οποιοδήποτε τμήμα της οικονομίας η αλλαγή μιας εξόδου, όπως, παραδείγματος χάρη, η παραγωγή τρακτέρ ή μια μεγάλη αύξηση στη στρατιωτική παραγωγή, όπως η προετοιμασία των ΗΠΑ για τον “ Πόλεμο των άστρων ”, όπως έγινε γνωστή η αντιπυραυλική διαστημική ασπίδα της εποχής του Ρέιγκαν. Ωστόσο οι Δυτικοί οικονομολόγοι θεωρούσαν γενικά τους πίνακες εισόδου – εξόδου ως εργαλεία περιορισμένης εμβέλειας, γιατί δεν κατάφερναν να συλλάβουν τον δυναμισμό μιας πραγματικής οικονομίας : στον πραγματικό κόσμο, η σχέση μεταξύ εισόδων κι εξόδων αλλάζει κατά κανόνα πιο γρήγορα από τον ρυθμό με τον οποίο μπορεί να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί.
Το μοντέλο εισόδου – εξόδου του Γκοσπλάν ήταν επεξεργασμένο με Πτολεμαϊκή τελειότητα. Κρίνοντας όμως από τις παρατηρήσεις του ανωτάτου στελέχους, δεν έβλεπα να έχουν επιλυθεί κάποιοι από τους περιορισμούς του. Έτσι, τον ρώτησα με ποιο τρόπο απεικόνιζε το μοντέλο αυτό την δυναμική αλλαγή και πως την αξιοποιούσε. Εκείνος σήκωσε απλώς τους ώμους αδιάφορα κι άλλαξε θέμα. Η συνάντησή μας τον υποχρέωνε να στήσει μια ολόκληρη παράσταση για να μου αποδείξει ότι οι σχεδιαστές της οικονομίας μπορούν να επεξεργαστούν παραγωγικά προγράμματα και να διευθύνουν μια τεράστια οικονομία πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι μπορούσαν να το κάνουν οι ελεύθερες αγορές. Υποπτευόμουν ότι ο άνθρωπος αυτός στην πραγματικότητα δεν είχε καθόλου τέτοιες πεποιθήσεις, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτό που αισθανόταν πραγματικά ήταν κυνισμός ή αμφιβολία.
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι ένας έξυπνος ΄κεντρικός σχεδιασμός θα έπρεπε να έχει την ευελιξία να παρακάμπτει τα μειονεκτήματα των μοντέλων του. Οι άνθρωποι σαν τον Σιταριάν ήταν έξυπνοι και κατέβαλλαν πραγματική προσπάθεια. Όμως είχαν στις πλάτες τους τεράστιο βάρος. Χωρίς τα άμεσα σημάδια των τιμολογιακών αλλαγών που στην ουσία κινούν τις καπιταλιστικές αγορές, πως θα μπορούσε οποιοσδήποτε να ξέρει ποιες ποσότητες θα έπρεπε να παράγει από το κάθε προϊόν ; Και κάτι εξίσου σημαντικό : τα στελέχη του κεντρικού σχεδιασμού δεν μπορούσαν να καθοδηγηθούν από τα σημάδια του χρηματοοικονομικού συστήματος για να κατανείμουν τον πλούτο έτσι ώστε να ικανοποιεί τις μεταβαλλόμενες ανάγκες και τα ευμετάβλητα γούστα του πληθυσμού. Χωρίς τη βοήθεια ενός μηχανισμού καθορισμού τιμών, ο σοβιετικός οικονομικός σχεδιασμός δεν είχε καμία ουσιαστική ανατροφοδότηση να τον καθοδηγεί.
.
Η πτώση του τείχους
Πολλά χρόνια πριν γίνω πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, είχα προσπαθήσει πραγματικά να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση ενός κεντρικού οικονομικού σχεδιαστή. Από το 1983 έως το 1985 είχα συμμετάσχει στη Συμβουλευτική Επιτροπή Αντικατασκοπίας ( PFIAB ) του Ρέιγκαν, όπου μου ζήτησαν ν’ αξιολογήσω τις αμερικανικές εκτιμήσεις σχετικά με την ικανότητα των Σοβιετικών ν’ απορροφήσουν την πίεση των επιταχυνόμενων εξοπλισμών. Το στοίχημα ήταν τεράστιο : η στρατηγική του πολέμου των άστρων, την οποία προωθούσε ο πρόεδρος, βασιζόταν στην υπόθεση ότι η σοβιετική οικονομία δεν μπορούσε να παραβγεί με τη δική μας. Εντατικοποίησε την κούρσα των εξοπλισμών - έτσι έλεγε τουλάχιστον η θεωρία – κι οι Σοβιετικοί θα καταρρεύσουν προσπαθώντας να παρακολουθήσουν τον βηματισμό μας ή θ’ αρχίσουν να διαπραγματεύονται. Έτσι κι αλλιώς θα καταλήξουμε σε κάποια συμφωνία κι ο Ψυχρός Πόλεμος θα τελειώσει.
Η ανάθεση ήταν σαφώς υπερβολικά σημαντική για να την απορρίψω, αλλά ταυτόχρονα με τρόμαζε. Θα ήταν ηράκλειο έργο να μάθω τον τρόπο λειτουργίας ενός συστήματος παραγωγής και διανομής τόσο διαφορετικό από το δικό μας. Όταν εμβάθυνα όμως στο έργο που είχα αναλάβει, δεν χρειάστηκα παρά μόνο μία εβδομάδα για να καταλήξω ότι η διεκπεραίωσή του ήταν αδύνατη : δεν υπήρχε κανένας αξιόπιστος τρόπος ν’ αξιολογήσω την οικονομία τους. Τα δεδομένα του Γκοσπλάν ήταν ανυπόληπτα : οι Σοβιετικοί διευθυντές σε ολόκληρη τη γραμμή παραγωγής είχαν κάθε κίνητρο για να υπερβάλλουν την παραγωγή των εργοστασίων τους για να χοντραίνουν τα πορτοφόλια τους. Και το χειρότερο, υπήρχαν τεράστιες εσωτερικές αναντιστοιχίες στα δεδομένα τους, τις οποίες δεν μπορούσα να συμβιβάσω και, υπέθετα, δεν μπορούσε να τις συμβιβάσει ούτε το ίδιο το Γκοσπλάν.
Ανέφερα στη PFIAB και στον πρόεδρο ότι δεν μπορούσα να κάνω οποιαδήποτε πρόγνωση σε σχέση με το εάν η πρόκληση του πολέμου των άστρων θα υπερφόρτωνε τη σοβιετική οικονομία κι ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ούτε οι Σοβιετικοί μπορούσαν να το κάνουν. Στο τέλος, οι Σοβιετικοί δεν προσπάθησαν να συμπορευτούν με τον πόλεμο των άστρων. Ήλθε στην εξουσία ο Γκορμπατσόφ και άντ’ αυτού εξαπέλυσε τις μεταρρυθμίσεις του.
Τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν ανέφερα στα στελέχη του Γκοσπλάν. Όμως χαιρόμουν που δεν ήμουν στη θέση τους. Η δουλειά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ήταν δουλειά με πολύ μεγάλες προκλήσεις, αλλά το Γκοσπλάν ήταν απλώς σουρεαλιστικό.
Η συνάντηση με τον επικεφαλής της Κεντρικής Σοβιετικής Τράπεζας Βίκτορ Γκερασένκο ήταν πολύ λιγότερο τεταμένη. Επισήμως ήταν ο ομόλογός μου, αλλά σε μια σχεδιασμένη οικονομία στην οποία το κράτος αποφασίζει ποιος παίρνει χρηματοδότηση και ποιος δεν παίρνει, το τραπεζικό σύστημα παίζει πολύ μικρότερο ρόλο απ’ ότι στη Δύση : το Γκοσμπάνκ δεν ήταν κάτι παραπάνω από κεντρικός διανεμητής μισθών και τηρητής οικονομικών αρχείων. Κάποιος είχε δανειστεί, δεν κατάφερνε να εκπληρώσει τις πληρωμές του και γινόταν αναξιόχρεος ; Ε και ; Τα δάνεια στην ουσία ήταν μεταφορές χρημάτων μεταξύ οντοτήτων που όλες ανήκαν στο κράτος.
Οι τραπεζίτες δεν χρειαζόταν να νοιάζονται για τα επίπεδα των πιστώσεων ή για τους κινδύνους των επιτοκίων ή για τις αλλαγές της αγοραστικής αξίας – δηλαδή τα οικονομικά σημάδια που καθορίζουν ποιος παίρνει πίστωση και ποιος όχι, άρα ποιος παράγει τι και σε ποιόν πουλάει, μιας οικονομίας της αγοράς. Όλα τα θέματα, για τα οποία είχα μιλήσει την προηγούμενη βραδιά, πολύ απλά δεν αποτελούσαν τμήμα του κόσμου της Γκοσπλάν.
Ο Γκερασένκο ήταν ανοιχτόκαρδος και φιλικός. Επέμενε να αποκαλούμε ο ένας τον άλλον Βίκτορ και Άλαν. Μιλούσε εξαιρετικά αγγλικά έχοντας περάσει κάμποσα χρόνια διευθύνοντας μια τράπεζα σοβιετικής ιδιοκτησίας στο Λονδίνο, και καταλάβαινε τον τρόπο λειτουργίας του δυτικού τραπεζικού συστήματος. Όπως πολλοί, ήθελε να με κάνει να πιστέψω ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν και τόσο πίσω σε σχέση με τις ΗΠΑ. Μου είχε ζητήσει να τους επισκεφτώ, όπως είχε ζητήσει κι από πολλούς άλλους Δυτικούς τραπεζίτες, επειδή ήθελε ν’ αποτελέσει τμήμα του έγκυρου κεντρικού τραπεζικού κατεστημένου. Μου φάνηκε ήπιο άτομο κι η κουβέντα μας ήταν εξαιρετικά ευχάριστη.
.
Στις 9 και 10 Νοεμβρίου του 1989, το τείχος του Βερολίνου που από το 1961 χώριζε στα δύο την πόλη, γκρεμίζεται από ένα ενθουσιώδες πλήθος. Η πτώση του τείχους αναγγέλλει την επανένωση της Γερμανίας και το τέλος των λαϊκών δημοκρατιών ( 1990 ), καθώς και τη διάλυση της ΕΣΣΔ ( 1991 ) : με λίγα λόγια το τέλος του κομμουνιστικού μπλοκ.
Μόλις τέσσερις εβδομάδες αργότερα, στις 9 Νοεμβρίου 1989, το Τείχος του Βερολίνου κατέρρευσε. Βρισκόμουν στο Τέξας, για δουλειά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, αλλά, όπως όλοι, εκείνη τη νύχτα βρέθηκα καρφωμένος στην τηλεόραση. Αυτό καθ’ αυτό το γεγονός ήταν σημαντικό, αλλά ακόμη πιο σημαντικό για μένα τις μέρες που ακολούθησαν ήταν το οικονομικό χάλι που αποκάλυψε η πτώση του Τείχους. Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία αντιπαράθεσης του 20ου αιώνα ήταν ο βαθμός στον οποίο έπρεπε να επεμβαίνει η κυβέρνηση στην οικονομία με σκοπό το κοινό καλό. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ευρωπαϊκές δημοκρατίες κινήθηκαν όλες προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού, κι η ισορροπία έγειρε προς τη μεριά της μεγαλύτερης κυβερνητικής επέμβασης, ακόμη και στην Αμερική: ολόκληρη η πολεμική προσπάθεια της αμερικανικής βιομηχανίας είχε σχεδιαστεί στην ουσία κεντρικά.
Αυτό ήταν το οικονομικό σκηνικό του Ψυχρού Πολέμου. Στην ουσία, αποδείχτηκε ότι ήταν μια μάχη όχι απλώς ανάμεσα σε ιδεολογίες αλλά ανάμεσα σε δύο μεγάλες θεωρίες κοινωνικής οργάνωσης, των οικονομιών της ελεύθερης αγοράς κατά των σχεδιασμένων οικονομιών. Και για τα τελευταία σαράντα χρόνια έμοιαζαν να βρίσκονται στο ίδιο περίπου επίπεδο. Υπήρχε γενικά η αντίληψη ότι παρά το ότι η Σοβιετική Ένωση κι οι σύμμαχοί της υστερούσαν οικονομικά, είχαν πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής τις σπατάλες των Δυτικών οικονομιών της αγοράς.
Ελεγχόμενα πειράματα δεν γίνονται σχεδόν ποτέ στην οικονομία. Η κατάσταση όμως ανάμεσα στην ανατολική και δυτική Γερμανία ήταν λες και την είχαν φτιάξει στο εργαστήριο. Και οι δύο χώρες άρχισαν με την ίδια κουλτούρα, με την ίδια γλώσσα, την ίδια ιστορία και το ίδιο αξιακό σύστημα. Μετά, για σαράντα χρόνια, ανταγωνιζόταν η μία την άλλη, από τη μία κι από την άλλη πλευρά μιας γραμμής, με ελάχιστο εμπόριο ανάμεσά τους. Οπότε αυτό που βρέθηκε στο μικροσκόπιο των αναλυτών ήταν τα πολιτικά κι οικονομικά συστήματά τους : ο καπιταλισμός της αγοράς έναντι του κεντρικού σχεδιασμού.
Πολλοί θεωρούσαν ότι ο αγώνας θα κρινόταν βραχεία κεφαλή. Η Δυτική Γερμανία φυσικά ήταν το επίκεντρο του μεταπολεμικού οικονομικού θαύματος, μια χώρα που είχε εγερθεί από τις στάχτες του πολέμου για να γίνει η πιο πλούσια δημοκρατία της Ευρώπης. Η Ανατολική Γερμανία, στο μεταξύ, έγινε η ατμομηχανή του ανατολικού μπλοκ : δεν ήταν μόνο ο μεγαλύτερος οικονομικός εταίρος της Σοβιετικής Ένωσης αλλά ταυτόχρονα μια χώρα με επίπεδο ζωής που φαινόταν να διαφέρει ελάχιστα από εκείνο της Δ. Γερμανίας.
Είχα συγκρίνει την ανατολικογερμανική και τη δυτικογερμανική οικονομία στη μελέτη που είχα κάνει για το PFIAB. Οι ειδικοί εκτιμούσαν ότι το ανατολικογερμανικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν στα 75 – 85% της Δυτικής Γερμανίας. Εγώ θεωρούσα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον - δεν είχες παρά να κοιτάξεις τις μισοερειπωμένες προσόψεις των κτιρίων στην άλλη πλευρά του Τείχους του Βερολίνου για να καταλήξεις ότι τα επίπεδα παραγωγικότητας και το επίπεδο ζωής εκεί ήταν πολύ χαμηλότερα από τα αντίστοιχα της ζωντανής και δυναμικής Δύσης.
Η ειρωνεία του πράγματος ήταν ότι οι ανατολικογερμανικές εκτιμήσεις για ακαθάριστο εθνικό εισόδημα της χώρας τους δεν φαινόταν να διαφέρουν και πάρα πολύ από τις δυτικές. Η μικρή διαφορά στα επίπεδα ζωής ανάμεσα στη Δυτική και την Ανατολική Γερμανία φαινόταν να είναι αποτέλεσμα του ότι η Δυτική Γερμανία μάλλον υποτιμούσε τη δική της πρόοδο. Η κάθε χώρα, για παράδειγμα, μετρούσε τα αυτοκίνητα που παρήγε. Όμως, οι δυτικογερμανικές στατιστικές δεν λάμβαναν υπόψη τη διαφορά ποιότητας ανάμεσα σε μια τελευταίου τύπου Μερσεντές κι ένα Τραμπάντ, αυτό το λαμαρινένιο ανατολικογερμανικό κονσερβοκούτι που μόλυνε ακατάσχετα το περιβάλλον, αφού δεν είχε αλλάξει επί τριάντα ολόκληρα χρόνια. Έτσι, το χάσμα ανάμεσα στις δύο οικονομίες ήταν ίσως μεγαλύτερο απ’ ότι πιστευόταν γενικά.
.
Η πύλη του Βραδεμβούργου
Leonard Freed, 3 Οκτωβρίου 1990
Η πτώση του Τείχους αποκάλυψε ένα επίπεδο οικονομικής σήψης τόσο χαοτικό ώστε συντάραξε ακόμη και τους σκεπτικιστές. Το ανατολικογερμανικό εργατικό δυναμικό, απ’ ότι αποδείχτηκε, είχε μόλις το ένα τρίτο της παραγωγικότητας του δυτικού, καμία σχέση με το υπολογιζόμενο 75 - 85%. Το ίδιο ίσχυε και για το επίπεδο ζωής του πληθυσμού. Τα ανατολικογερμανικά εργοστάσια κατασκεύαζαν προϊόντα που ήταν τόσο χαμηλής ποιότητας κι οι ανατολικογερμανικές υπηρεσίες λειτουργούσαν τόσο πλημμελώς, ώστε ο εκσυγχρονισμός τους επρόκειτο να κοστίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια.
Τουλάχιστον 40% των ανατολικογερμανικών επιχειρήσεων κρίθηκαν τόσο απελπιστικά παρωχημένες ώστε θάπρεπε να κλείσουν αμέσως. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες χρειαζόταν χρόνια στήριξης για να μπορέσουν να γίνουν ανταγωνιστικές. Εκατομμύρια άνθρωποι δεν είχαν που την κεφαλήν κλίναι. Αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε να επανεκπαιδευτούν και να προωθηθούν σε καινούργιες δουλειές, αλλιώς το πιθανότερο ήταν ότι θα γινόταν κι αυτοί μέρος της στρατιάς των απελπισμένων που μετανάστευαν προς τη Δύση. Η έκταση της καταστροφής πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα ήταν ένα πολύ καλά φυλαγμένο μυστικό, μόνο που τώρα το μυστικό είχε βγει στο φως. "
Πηγές στοιχείων : Alan Greenspan, Η εποχή των αναταράξεων, Ωκεανίδα 2007, Dr. John Stevenson, Η ιστορία της Ευρώπης, Κ. Κωστόπουλος, 2005, Εικόνες που αφηγούνται την ιστορία του κόσμου, Σύγχρονοι ορίζοντες 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια: